Τα μάγια είναι μυστικά, μα μυστικά δε μένουν!

      

   Ρουμ, παπαρούμ, παπαρούμ, παπαρούνα,

 

     τη στίβουμε και κάνουμε μαντζούνα

 

      και ύστερα τη βάζουμε να βράζει

 

    δεκαοχτώ μερόνυχτα σε σιγανή φωτιά.

 

Όσο πέρναγε η ώρα το ξέφωτο γέμιζε καλικάντζαρους.

Στρατός ολόκληρος από καλικάντζαρους!

Ερχόνταν συνεχώς καινούριοι, ξεπροβάλλοντας

πίσω από τους χιονισμένους λόφους,

        καβάλα στις χήνες τους.

Στρατός ολόκληρος από καλικάντζαρους που χόρευαν

σα μουρλοί γύρω απ’ το καζάνι.   

Ο Μανδρακούλος, μεθυσμένος, καβάλα ανάποδα

σ’ ένα γαϊδούρι, συντόνιζε τη φάση. «Κάντε τούτο,

κάντε κείνο, κάντε τ’ άλλο!»

Όλοι τον ΄΄έγραφαν΄΄ κανονικά.

 «Εμπρός!» έλεγε στο γαϊδούρι .

«Βρε, που πας βρε ζωντόβολο;»

Γιατί το γαϊδούρι αντί για μπρος,

πήγαινε προς τα πίσω.

Είχανε πέσει σε έκσταση.

 

   Ρέιβ πάρτι!!!

Εκείνο το βράδυ εγώ δεν είχα ύπνο.

Στεκόμουνα μπροστά στο παράθυρο

           και σκεφτόμουνα…

 Άραγε τι δώρο μου είχαν πάρει;

Και ξαφνικά βλέπω να προσγειώνεται στην αυλή μας

μια χήνα που φορούσε ένα κολιέ από ρουμπίνια.

«Α!», της είπα, «τι όμορφη που είσαι! - έλα μέσα.»

Αυτή μου απάντησε: «Όχι, έλα εσύ έξω!»

και μου έγνεψε να ανέβω στη πλάτη της.

Ανέβηκα, άνοιξε τα φτερά της και πετάξαμε ψηλά,

 πάνω απ’ την πόλη… Αχ! Τι όμορφα που ήταν…

Εκεί ψηλά κι άλλες χήνες με τους φίλους μου

                 στις πλάτες τους.

Κάνανε κύκλους πάνω από την πολιτεία

           που κοιμόταν βαθειά.

Ξαφνικά μια χήνα που ήταν μάλλον αρχηγός

πήρε στροφή κι άρχισε να πετάει προς τους λόφους.

Μα… που μας πήγαιναν; Σε λίγο κατάλαβα!

        Στο ξέφωτο τους είδα.

Γύρω απ’ τη φωτιά τους είδα να χορεύουν

         και να τραγουδούν.

Και καθώς οι χήνες προσγειωνόντουσαν

μία - μία πάνω στο χιόνι, πετάχτηκε

μέσα απ’ τη φωτιά ένας χοντρός γεροκαλικάντζαρος,

 ο αρχηγός των καλικάντζαρων,

 ο Μανδρακούλος με τ’ όνομα,

κι έδωσε το σύνθημα για το χορό:


Εμπρός ν’ αρχίσει ο χορός, ν’ αρχίσουνε οι τρέλες.

Ανοίξτε τις ομπρέλες σας - θα βρέξει καραμέλες!

 

Και έβρεξε ο ουρανός γλυκά και καραμέλες,

κουβάδες χαρτοπόλεμο, μπαλόνια και κορδέλες.

Και λουκουμάκια έβρεξε, παστέλια και γκοφρέτες,

         παιχνίδια, κούκλες που μιλούν, 

             ροκάνες και τρομπέτες…

Στο χιόνι που εμύριζε σαν παγωτό βανίλια,

κάνανε τούμπες και βουτιές και τσαλιμάκια χίλια…

 

Κύλησε σιγά - σιγά ο καιρός σαν το ροδάνι του μύλου

              που ποτέ δε σταματάει 

       και το περίεργο όνειρο ξεχάστηκε.

       Κανείς δεν ξαναμίλησε πια γι’ αυτό

          στην Αγέλαστη Πολιτεία…

       Όμως, που και που, τα πρωϊνά,

όταν ο ήλιος έλαμπε ζεστός και τα παιδιά παίζαν

στην αυλή του σχολείου, ο γεροδάσκαλος τα άκουγε

 ξαφνιασμένος να τραγουδούν και να χορεύουν

           ένα παράξενο τραγούδι.

           «Περίεργο! Τι ναι αυτό;»

Αυτός ποτέ δε τους είχε μάθει τραγούδια

γιατί απλούστατα δεν ήξερε ο άνθρωπος!

Κι επίσης παρατήρησε ότι κάθε φορά που πιασμένα

σε κύκλους τραγουδούσαν ο ουρανός ψηλά γέμιζε

 κάτασπρες χήνες και τα παιδιά τις χαιρετούσαν

 με τα μαντηλάκια τους, έτσι όπως τις έβλεπαν

να πετούν στον αέρα, σα μικρά τρεχαντήρια.

Χόρευαν και τραγουδούσαν και αντιλαλούσε

 απ’ τις φωνές όλη η πράσινη κοιλάδα

και αντιλαλούσε γλυκά απ’ τα γέλια τους,

             η Αγέλαστη Πολιτεία.

Το επόμενο πρωί ξύπνησαν οι κάτοικοι

της Αγέλαστης Πολιτείας, κατακουρασμένοι

και αγέλαστοι όπως πριν.

Το νέο μαθεύτηκε αμέσως σ’ όλη τη χώρα.

Δυό - τρεις ξένοι που έτυχε να ναι περαστικοί

την ημέρα του γλεντιού το διαδώσανε παντού:

 «Στην Αγέλαστη Πολιτεία, κάηκε το πελεκούδι…,

 κάηκε…». Δε βαριέσε όμως.

Οι αγέλαστοι άνθρωποι δεν πίστευαν κανέναν . . .

 . . . . . . . . . . . . και τίποτα!

 

 

Εμείς γι’ αυτά δεν είμαστε, τ’ αυτί μας δεν ιδρώνει,

εδώ τσαλίμια και γιορτές και τρέλες δε σηκώνει.

Οι ξένοι ονειρευτήκανε και λένε παραμύθια,

μ’ αν τύχει και τους πιάσουμε θα κλάψουνε στ’ αλήθεια!

Μα για να πούμε βρε παιδιά και του στραβού το δίκιο,

πως γίνεται το όνειρο να δούμε όλοι το ίδιο;

Εσύ να σκάσεις δάσκαλε και να μην επιμένεις,

και στα μικρά άλλη φορά τραγούδια μη μαθαίνεις!

Εσένανε σε πήραμε να μάθεις τα παιδιά μας,

να γράφουν να διαβάζουνε, να ρθούν στα βήματα μας!

Κι όχι τραγούδια να τους λες και χαζοπαραμύθια:

βοτάνια, καλικάντζαρους και τέτοια κολοκύθια.

 

Αλλά εμείς τους είδαμε, ο δάσκαλος δε φταίει!

Ορίστε, τον εκάνατε τον άνθρωπο να κλαίει!

Έχουν αυτάρες και μαλλιά και ξέρουν τραγουδάκια,

πετάνε με τις χήνες τους σαν αεροπλανάκια,

έχουνε κι έναν αρχηγό που μοιάζει με μπαούλο

να ζήσεις Μανδρακούλο μας, να ζήσεις Μανδρακούλο!

 

Τα μάγια είναι μυστικά, μα μυστικά δε μένουν,

και πράγματα παράξενα άρχισαν να συμβαίνουν…

Ήρθε εξπρές η άνοιξη με χίλια χελιδόνια

και δυό φιλάκια έστειλε και λιώσανε τα χιόνια.

Ξημέρωσε Χριστούγεννα κι οι λόφοι πρασινίσαν

και μες στο νταλαχείμωνο οι πασχαλιές ανθίσαν.

Τα πρόβατα κελάηδαγαν γλυκά σαν αηδονάκια

κι οι αγελάδες πέταγαν ψηλά με τα πουλάκια.

Οι γέροι βγήκαν στις αυλές τα μήλα για να παίξουν,

ξύπνησαν οι τεμπέληδες και θέλαν να δουλέψουν.

Οι βλάκες γίναν έξυπνοι και οι μουγγοί μιλούσαν

και τα νερά του ποταμού ανάποδα κυλούσαν.

Όλοι στους δρόμους βγήκανε με γέλια και αστεία

και φαγοπότι στήσανε στη μέση στη πλατεία

κι ήρθαν κι οι μουσικάντηδες και πιάσαν το τραγούδι

κι όλη τη μέρα γλένταγαν, κάψαν το πελεκούδι.




Ξαφνικά, οι αγέλαστοι άνθρωποι έγιναν γελαστοί,

 αλλά πολύ γελαστοί - και ομιλητικοί,

αλλά πολύ ομιλητικοί: «Γεια σας, τι κάνετε;

Χρόνια πολλά… ματς μουτς». «Υπόσχομαι»,

έλεγε συνεχώς ο δήμαρχος, «μπράβο δήμαρχε»

φώναζαν οι παρατρεχάμενοι και σιγά - σιγά,

ένας - ένας, οι αγέλαστοι άνθρωποι

άρχισαν να χορεύουν! Μάλιστα! Να χορεύουν!

 Οι καλικάντζαροι το παν και το καναν.

Τα πάνω ήρθαν κάτω!

 

Κι ενώ συνέβαιναν όλ’ αυτά, η πόρτα του χρόνου

άνοιξε διάπλατα κι άρχισαν να καταφθάνουν

οι επίσημοι προσκεκλημένοι των καλικάντζαρων:

Η Χιονάτη με τους εφτά νάνους,

 

  ο Μολυβένιος Στρατιώτης

 

    με τη μπαλαρίνα του,

 

 ο Τομ Σώγιερ, Die Bremerstadt Musikanten,

ο Ευτυχισμένος Πρίγκηπας,

ο γέρο-Αίσωπος με την παρέα του,

 ο Καραγκιόζης με την οικογένεια…

«Γεια σου οικογένεια… ω, ω, ω, ω, ώπα…»,

 «υπόσχομαι ότι…». Ο Κάρλος Καστανέντα,

ο Τζέρι Γκαρσία, ο Τζίμι Χέντριξ…

Οι καλικάντζαροι βαμμένοι με μπογιές σαν Ινδιάνοι

κυλιόντουσαν χάμω, έκαναν τούμπες, έκαναν

ότι τους κατέβαινε και διασκέδαζαν τρελά…

 

Χαμός στο ίσιωμα!!

Οι φωτογραφίες είναι από την παράσταση που δόθηκε

στο Δημοτικό θέατρο Κορίνθου

Το Σαββάτο 19-12-2009

 

Το μουσικό παραμύθι: Η Αγέλαστος πολιτεία

και οι καλικάντζαροι

Των αδελφών Χάρη και Πάνου Κατσιμίχα

Δίδαξε η παιδική χορωδία του

Πνευματικού Κέντρου Κορίνθου

και το Γυναικείο φωνητικό σύνολο

“Opus Femina” Π.Π.Κ. Δήμου Κορινθίων.

 

Συντελεστές της παράστασης:

 

  αφηγητής : Γιάννης Παπαγιαννόπουλος .

 

μουσική διδασκαλία : Φάλια Παπαγιαννοπούλου.

χορογραφία : Μαργαρίτα Μπόζου.

σκηνικά : Δήμητρα Λιάκουρα.

επιμέλεια μουσικού υλικού: Σοφία Ρήγα.

κοστούμια : Σοφία Κόντα.

 

παίζουν οι μουσικοί :

Δημήτρης Γαζής : πλήκτρα .

Γιώργος Κουκλάκης : μαντολίνο , ηλεκτρικό μπάσο.

Παναγιώτης Κωνσταντέλος : ντραμς .

Μιχάλης Μπρουζος : ηλεκτρική κιθάρα .

Νίκος Σουκαράς : κιθάρα .

Γαβριήλ Φαριλέκας : ακορντεόν.

 


   Τελευταία παράσταση σήμερα

 

  Τρίτη 22 Δεκεμβρίου, στις 8:30,

 

  στο Δημοτικό Θέατρο Κορίνθου.

 

        Είσοδος ελεύθερη

 

   Τώρα που βρισκόμαστε

           στην καρδιά

του χειμερινού ηλιοστασίου,

 

 σας εύχομαι από καρδιάς,

 

          τα  καλύτερα!

 

http://www.panoramio.com/photo/29941804

Βοτάνι, βοτανάκι, εννιά φορές να βράσεις,

να γίνεις σύννεφο, στον ουρανό να φτάσεις.

Απάνω από την πόλη να πας και να σταθείς,

και πριν να ξημερώσει βροχούλα να γενείς.

     http://kartson.pblogs.gr


Τα σχόλια είναι κλειστά.