Σκούρα τα πράγματα …




The Dark Cave Σκούρα τα πράγματα ...
Ένα δρομάκι στα Δυτικά,
βγάζει σε μια μαύρη, σκοτεινή σπηλιά.

Είναι μια τρύπα σκοτεινή,
νυχτερίδες, αράχνες και ποντικοί.

Αμέτρητο βάθος, μαύρη καταχνιά,
γκαρσονιέρα της Κίρκης και του Μαμ-Ρα.

MummRa Σκούρα τα πράγματα ...Ο Μαμ - Ρα

Πρόσφατ’ ακούστηκε μιά βοή
κι έχουν χεστεί οι χωριανοί.

Μουρλάθηκαν όλα τα ζωντανά,
η θάλασσα φούσκωσε, ψάρια νεκρά.

Κάτι συμβαίνει μες στη σπηλιά,
ο Μαμ-Ρα ξύπνησε και θέλει πατσά.

Κάνουν σπονδές οι χωρικοί,
παρθένες σφάζουν στο Τζιμπουτί.

Ήχοι ακούγονται, αντάρα, κραυγές,
μάνες κλαίνε και αδερφές.

Στα σπίτια κλειδώνονται, κρύβουν τα παιδιά,
ο Μαμ-Ρα ξύπνησε και θέλει πατσά.

Συμβούλια κάνουν οι χωρικοί,
μαζεύουν τις βάρκες οι θαλασσινοί.

Βγήκαν οι Μοίρες στις γειτονιές,
η Άτροπος μοιράζει πάμπερς και νες.

Στη Λάχεση πάνε γονατιστοί,
ζητάνε μια θέση και λίγο φαΐ.

Λίγο πιο πέρα κλαίει η Κλωθώ,
γνέφει το νήμα με χρώμα μουντό.

Κάτι συμβαίνει μες στη σπηλιά,
ο Μαμ-Ρα ξύπνησε και θέλει πατσά.

Κρότοι ακούγονται και λόγια τσιριχτά,
τα ίδια που ακούγανε πριν χρόνια πολλά.

Λίγοι έχουν μείνει ακόμα στεγνοί,
οι άλλοι τα κάναν μες στο βρακί.

Η Κίρκη βρυχάται, έχει σπασμούς,
γουρούνια κάνει τους αυλικούς.

Ο Μαμ-Ρα σηκώθηκε και θέλει φαΐ,
παραγγέλνει κρέατα και φίνο κρασί.

Το σάβανο λύνεται σιγά σιγά,
σε λίγο θα βγάλει και μπούκλα μαλλιά.

Μάγκες το παίζανε οι χωριανοί,
μα τώρα κάθονται και κλάνουν μαλλί.

Ποιος θα τα βάλει με τον Μαμ-Ρα,
στο πέος του κρέμεται μια ζυγαριά.

Στα πιάτα της βάζει τους αυλικούς
και ξεχωρίζει τους πιο δουλικούς.

Όποιος χάνει στη ζυγαριά,
τον πιάνει απ’ το πέτο και τον κοιτά.

Του βγάζει τα έντερα και το πετσί,
τον στέλνει στα τάρταρα, στο Χάρο εκδρομή.

Ποιος θα τα βάλει με τον Μαμ-Ρα,
τα νύχια του μαύρα και κοφτερά.

Γύρω του τρέχουνε, κουνούν τις ουρές,
σαύρες, γαλιάντρες, ποντίκια κι οχιές.

Μέσα απ’ τα μάτια του βγαίνουν φωτιές,
πένες του γράφουνε παιάνες κι ευχές.

Δεν ήταν πάντα έτσι ο Μαμ-Ρα,
την ψώνισε όταν τον μπουκώσαν λεφτά.

Έζησε όμορφα χρόνια πολλά,
δοξάστηκε, χόρτασε και πήγε ψηλά.

Αφού μπούχτισε δόξα, τιμή,
μπήκε στην τρύπα να κοιμηθεί.

Ανίκανοι ήτανε οι χωριανοί
κι αρχίσαν να εύχονται να σηκωθεί.

Τώρα που ξύπνησε και επιστρέφει,
τα πόδια τους τρέμουνε κι εκείνος τους γνέφει.

Κάτι συμβαίνει μες στη σπηλιά,
ο Μαμ-Ρα ξύπνησε και θέλει πατσά.


Τα σχόλια είναι κλειστά.